Τα δύο νήπια | Σταύρος Κουτράκης

Αυτό το μπαμπακένιο σύννεφο φαίνεται απίθανο, πάνω που δείχνει να χαράζει. Είναι ροζωπό κι έχει κρεμάσει μια κατακόκκινη, αιματένια δαντέλα με κρόσσια.

Έχει κι ένα σημαδάκι τοσοδούλι πάνω του.

Κάτω όμως το πρωινό δείχνει τα ομπυασμένα νύχια του. Και πώς να είναι αλλιώτικο με τέτοια νύχτα που το βύζαξε. Τα κύματα δεν καλοσύνεψαν στιγμή κι ο άνεμος ακόμα σηκώνει στη λύσσα του γλαυκή πάχνη τα νεροτρίμματα, να κρύψει την κακία του. Και πάνω στη μολυβένια αχλή της ένα άλλο σημαδάκι ανεβαίνει, όλο ανεβαίνει, μέχρι που κάθεται κι αυτό στο φιλντισένιο συννεφάκι μας.

twoclouds

– Ποια είσαι εσύ;

Μια γλώσσα που δε μοιάζει με καμιά και είναι όλες.

– Είμαι η Μουριόμ απ’ το Κάνουμ, μακριά, στο Αφγανιστάν. Να κάτσω μαζί σου στο συννεφάκι; Κουράστηκα πολύ όλη νύχτα στη θάλασσα και κρυώνω μέχρι τα μέσα μου. Εσύ ποιος είσαι;

– Αυτά στο κεφάλι σου τι είναι, καλέ; Είσαι πολύ αστεία όπως κρέμονται απ’ τ’ αφτιά και τα μαλλιά σου.

– Νομίζω πως είναι φύκια απ’ τη θάλασσα. Εσύ ποιος είσαι;

– Η μάνα μου, στο Νιούταουν, με φωνάζει Τζίμι. Αλήθεια, τι έκανες στη θάλασσα όλη νύχτα; Χαζό είσαι; Δεν ξέρεις πόσο επικίνδυνη είναι;

– Η μητέρα έλεγε ότι είναι καλή η θάλασσα. Θα μας πήγαινε κάπου, πολύ καλύτερα απ’ το χωριό μας. Εκεί, να ξέρεις, ήταν πολύ άσχημα. Αν ήξερες…

– Τα ρούχα σου όμως είναι πολύ βρόμικα και παλιά.

– Είναι που πέρασαν κι αυτά όσα πέρασα κι εγώ. Αλλά και τα δικά σου είναι πολύ λερωμένα.

– Δεν είναι λερωμένα, κουτή. Είναι κόκκινα. Είναι που “έφαγα” σφαίρα.

– Έφαγες μια σφαίρα;

– Έτσι το λένε. Ο πατέρας μου έλεγε κάθε πρωί να προσέχω στο δρόμο μη φάω καμιά σφαίρα. Στην πόλη μου έχουμε πολλά όπλα που ρίχνουν σφαίρες. Αληθινά. Και στο σπίτι έχουμε. Τα έχω δει πολλές φορές. Ο πατέρας τα κρύβει ψηλά, στη ντουλάπα.

– Όμως, δεν πρόσεχες.

– Πρόσεχα, σου λέω! Στο δρόμο πρόσεχα πολύ. Αλλά την έφαγα στο σχολείο.

– Πέρασαν πολλές μέρες που δεν έφαγα κάτι. Μόνο μερικά αρμυρά μπισκότα. Έχω ακόμα ένα. Θέλεις;

– Αφού πεινάς κι εσύ.

– Είναι αλήθεια, πεινάω πολύ, αλλά δεν μπορώ να φάω πια. Πάρ’ το, αν θέλεις.

– Είμαι πολύ χορτάτος. Είχα μαζί μου ένα καλαθάκι με το κολατσιό μου. Δεν πεινάω καθόλου. Όμως, πονάω πολύ. Θα φταίει σίγουρα η σφαίρα που έφαγα. Δεν το ήξερα ότι πονάει τόσο. Έβλεπα και στην τηλεόραση πολλούς ανθρώπους να τρώνε σφαίρα. Άλλοι μένανε στον τόπο. Άλλοι χοροπηδούσανε και ουρλιάζανε. Εγώ μαζώχτηκα στο θρανίο μου κι έτρεμα, μέχρι που με βγάλανε με φορείο. Φοβήθηκα τόσο πολύ! Ακόμα φοβάμαι. Εσύ;

– Κι εγώ φοβήθηκα πολύ. Όλο τον τελευταίο καιρό με το φόβο ζούσαμε. Και στο σπίτι και μετά, στο ταξίδι όλο. Μέσα στη βάρκα η μάνα μ’ έσφιγγε συνέχεια στην αγκαλιά της και φώναζε με όλη τη δύναμή της. Φώναζε και στο θεό μας. Κανείς δε μας άκουγε. Έκανε ό,τι μπορούσε για να με κρατήσει κοντά της, τα νερά όμως ήταν πολλά και είχανε μεγάλη δύναμη.

– Αλλά κι εσείς γιατί να φύγετε απ’ την πατρίδα σας;

– Και η μάνα, πριν χαθούμε στα νερά, καταριόταν την ώρα που φύγαμε. Μα τι άλλο να κάναμε; Δεν είχε μείνει τίποτα για μας. Τα κλέψανε όλα οι ξένοι. Και τη γη μας ακόμα. Και το νερό και όλα. Οι πιο πολλοί φύγανε από καιρό. Ξέρεις πόσοι ήμασταν μέσα στη βάρκα; Ούτε κι εγώ δεν ξέρω. Τι να γίνανε τόσοι χωριανοί; Αλλά κι εσύ να φας σφαίρα μέσα στο σχολείο…

– Ε, και; Πρώτη φορά είναι, νομίζεις; Ή μόνο εγώ την έφαγα; Ο διάδρομος και οι τάξεις γέμισαν παιδιά που ουρλιάζανε και τα ρούχα τους ήταν κατακόκκινα. Αυτός που μας έριξε είχε πολλά όπλα. Είχε και ένα μεγάλο, πολεμικό, που έριχνε γρήγορα. Τα τα τα τα! Χαμός, σου λέω! Ούτε που θυμάμαι πόση ώρα. Αυτό το κόκκινο που βλέπεις ξέρεις τι είναι; Αίμα!

– Το ξέρω. Κι εμένα έτρεχε πολύ αίμα απ’ το κεφάλι μου, αλλά το πήρε η θάλασσα. Πρέπει να ήταν βράχια εκεί που χτύπησα. Θα έμεινε και στα ρούχα μου αίμα, αλλά δε φαίνεται πια. Ήμασταν όμως άτυχοι. Σε λίγο θα φτάναμε στη στεριά. Ένα νησί, δε θυμάμαι. Το βλέπαμε όμως. Ύστερα όλα θα ήταν όμορφα.

– Και πού το ξέρεις; Αν κι εκεί ήτανε κακοί οι άνθρωποι; Αν δεν σας θέλανε κοντά τους, να τρώτε το φαΐ τους;

– Όμως, θα δουλεύαμε εμείς. Εσύ δε θα μου έδινες λίγο απ’ το φαγητό σου;

– Πού να ξέρω; Αν με άφηνε ο πατέρας… Εξάλλου εμείς δεν έχουμε θάλασσα. Έϊ, μη σκύβεις τόσο πολύ. Πρόσεχε λιγάκι. Τι κοιτάς κάτω;

– Είχα ένα κουκλάκι μαζί μου. Το έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου. Μάλλον θα πνίγηκε κι αυτό. Ω! Δες εκεί ένα φως απαλό!

– Είναι απ’ τα κεράκια που ανάβουν για μένα και τους άλλους φίλους μου. Όλος ο κόσμος μιλάει για μας και είναι πολύ θλιμμένος. Ανάψανε και για σένα κεράκια;

– Δε νομίζω. Ποιος να τ’ ανάψει; Ίσως δε μιλήσει κανένας για το χαμό μας. Βλέπω μόνο λίγο κόσμο μαζεμένο. Μερικοί κλαίνε. Μπορεί να κλαίνε για μας.

– Σιγά μην κλαίνε για σας! Αφού δε σας γνώριζαν καν. Σύντομα δε θα σας θυμάται κανένας.

– Κι εσένα τότε γιατί να σε θυμούνται;

– Εμένα η μάνα μου, να το ξέρεις, θα με θυμάται για πάντα. Και οι φίλοι μου όλοι. Δε θα με ξεχάσουν ποτέ. Ακούς; Ποτέ!

– Η δικιά μου ποιος ξέρει αν μπορεί να με θυμάται. Δε βαριέσαι. Έτσι και για τον πατέρα μου, που τον σκότωσαν οι ξένοι με τα παράξενα ρούχα, μιλούσαμε συνέχεια στην αρχή, αλλά ύστερα, πάει. Ποιος να νοιαστεί;

– Λες να μας ξεχάσουνε κι εμάς;

Μια καταπνιχτική αγωνία απλώθηκε πάνω τους και φούντωσαν πάλι το κρύο κι ο φόβος και οι πόνοι γίνανε αφόρητοι. Η μικρή Μουριόμ απ’ το Κάνουμ κι ο ματωμένος Τζίμι απ’ το Νιούταουν, στριμώχτηκαν ο ένας μέσα στον άλλο τρέμοντας σα φυλλαράκια φθινοπωρινά καταμεσή στη χαμένη τους άνοιξη.

– Στ’ αλήθεια, λες να μας ξεχάσουν; Το πιστεύεις αυτό; Μίλα μου. Φοβάμαι τόσο πολύ!

 

Το σύννεφο δεν κράτησε άλλο. Πριν γίνει μάρτυρας ο ήλιος, μάζεψε τις νοτισμένες άκρες του και σφούγγισε με αιθέρια λεπτότητα το πηγμένο αίμα, την παγωμάρα, την πίκρα, την πείνα και το φόβο απ’ τα δυο νήπια και ήτανε σάμπως να μην έμεινε τίποτ’ άλλο πάνω του. Λες και η ζωή δεν είναι τίποτα παραπάνω από δαύτα.

 

Από μακριά φάνηκε να πετάει για λίγο ένα ασήμαντο μετέωρο, παρασέρνοντας μαζί του φως και χρώματα, σα μικρό ουράνιο τόξο και χάθηκε του ύψους.

Πίσω το σύννεφο χλόμιανε. Πήρε να βουρκώνει και μια τρελή οργή το όγκωσε. Ανάμειξε εντός του τις βρομιές που σύναξε και στεναγμό σα βρυχηθμό ξαμόλησε, να πάρει γύρα τη γη ολάκερη.

Ύστερα έβρεξε πάνω απ’ τη ντροπή μας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s